Λίγα λόγια για τους κατασκευαστές

Ο Ανδρέας Παπαδάμου γεννήθηκε το 1981 στην Θεσσαλονίκη.

Από την ηλικία των 10 ετών ασχολήθηκε με το τρίχορδο μπουζούκι ως αυτοδίδακτος μουσικός καθοδηγούμενος από την αισθητική και την τεχνική του πατέρα του Ισίδωρου. Τα τελευταία χρόνια ασχολήθηκε και με άλλα όργανα της οικογένειας του μπουζουκιού και του λαούτου ερασιτεχνικά. Από πολύ νωρίς παρακολουθούσε την ενασχόληση του πατέρα του με την κατασκευή μουσικών οργάνων στο εργαστήριο ενώ αργότερα συμμετείχε στην σχεδίαση καλουπιών με την βοήθεια Η/Υ.

Συμμετείχε στην παραγωγή του Ισίδωρου Παπαδάμου «Μόλις βραδιάσει» ως μουσικός. Στις επόμενες ανεξάρτητες παραγωγές ( «Του διαβόλου τα λυχνάρια», «Ένα γινόμενο», «Σεντουκιασμένοι φλώροι» )συμμετείχε ως μουσικός και ηχολήπτης ενώ στην πιο πρόσφατη συμμετείχε τραγουδιστικά και ενορχηστρωτικά.

Αποφοίτησε από το τμήμα ηλεκτρονικής του ΤΕΙ Σίνδου το 2003 όπου εξειδικεύτηκε στα ψηφιακά ηλεκτρονικά, μικροεπεξεργαστές και δίκτυα Η/Υ. Από το 2004 μέχρι και το 2010 διατηρούσε ατομική επιχείρηση που ασχολούνταν με την συντήρηση και κατασκευή Η/Υ αλλά και παροχή υπηρεσιών στον ευρύτερο χώρο της πληροφορικής και του διαδικτύου.

Από το 2010 μέχρι σήμερα ασχολείται επαγγελματικά με την σχεδίαση και κατασκευή μουσικών οργάνων. Εκσυγχρονίζει τις παραδοσιακές μεθόδους οργανοποιίας εξασφαλίζοντας την αρτιότητα και την πιστή αναπαραγωγή που η σύγχρονη τεχνολογία μπορεί να προσφέρει.

Ο Ισίδωρος Παπαδάμου γεννήθηκε το 1950 στη Θεσσαλονίκη.

Με την κατασκευή λαϊκών εγχόρδων ασχολείται από το 1983.

Το 1973 αποφοίτησε από το Αρχαιολογικό Τμήμα της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και με την ιδιότητα αυτή εργάστηκε για 12 χρόνια σαν καθηγητής φιλόλογος στη δημόσια εκπαίδευση.

Παράλληλα από νεαρή ηλικία ασχολήθηκε με τη μουσική αφιερωνόμενος αποκλειστικά στη μελέτη του ελληνικού ήχου.

Από το 1967 περίπου σχημάτισαν με τον Αργύρη Μπακιρτζή τον πυρήνα του συγκροτήματος των ‘Χειμερινών Κολυμβητών’ και συμμετείχε ενεργά σε όλη την μέχρι τώρα δισκογραφική δουλειά της ομάδας [5 δίσκοι], καθώς και σε όλες τις ζωντανές εμφανίσεις του συγκροτήματος στην Ελλάδα και στο εξωτερικό[Γαλλία{Λυόν, Μασσαλία}, Αυστραλία].Το 1997 απεχώρησε από το συγκρότημα για να ασχοληθεί με την έκδοση του δικού του έργου. Γράφει ο ίδιος μουσική και στίχους από το 1973 και από το 1994 μέχρι σήμερα έχει εκδώσει 5 προσωπικούς δίσκους.

Παράλληλα, από το 1983, ασχολήθηκε με την τέχνη της οργανοποιίας, ως προέκταση των μουσικών του ανησυχιών. Μετά από 15 χρόνια πειραματικής-ερευνητικής δουλειάς έδωσε επαγγελματική διέξοδο στην πείρα που είχε συσσωρεύσει από την ενασχόληση όλων αυτών των χρόνων. Στο εργαστήριό του κατασκευάζει όλα τα λαϊκά έγχορδα όργανα.Ο ίδιος έχει ενδιατρίψει στο παίξιμο του τρίχορδου κλασσικού ελληνικού μπουζουκιού. Παράλληλα έχει ασχοληθεί με το παίξιμο και των υπολοίπων οργάνων της οικογένειας των λαουτοειδών (λαούτα, ταμπουράδες, τζουράδες, μπαγλαμάδες, μπουζουκομάνες, λαϊκά κιθαρόνια).

 

Από το 2015 έχει συνταξιοδοτηθεί αλλά παρόλα αυτά συνεχίζει να ασχολείται με την κατασκευή μουσικών οργάνων και την διαρκή διερεύνηση των ήχων που αποτελούν για αυτόν ένα συνεχές ευχάριστο δημιουργικό ταξίδι.

 

Εισαγωγικό σημείωμα

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Ο Ισίδωρος Παπαδάμου κατασκευάζει μουσικά όργανα από το 1983. Είναι ο ίδιος μουσικός και παίζει εξάχορδο μπουζούκι. Στράφηκε στην οργανοποιία για να ικανοποιήσει βαθύτερες μουσικές του ανησυχίες. Ακολουθώντας την πορεία του αυτοδίδακτου, στην ουσία ανακάλυψε την τέχνη εξαρχής. Γι αυτό η πορεία, η τεχνική, ο ήχος και τα κριτήρια αξιολόγησης είναι τελείως διαφορετικά από αυτά που επικρατούν στην τρέχουσα λογική της οργανοκατασκευής.

Αφιέρωσε αρκετό χρόνο σε έρευνα. Ταυτόχρονα άσκησε τον εαυτό του στη διάκριση μόλις αντιληπτών διαφορών του ήχου ακούγοντας πολλά είδη ξύλων και χρησιμοποιώντας τα στις κατασκευές του, κατάκτηση που αποτελεί τη βάση της ενσυνείδητης οργανοποιίας που προκαλεί το αποτέλεσμα, δεν το εναποθέτει στην τύχη.

Έχοντας διανύσει όλα τα στάδια της πορείας ενός σοβαρού οργανοποιού:

α) άγνοια β) διαίσθηση γ) ημιμάθεια δ) γνώση βρίσκεται σε ώριμη φάση για να παράγει όλους τους δυνατούς συνδυασμούς, όργανα υψηλής ποιότητας για μουσικούς που αναζητούν βαθύτερα τον ήχο προσφέροντάς τα σε τιμές προσιτές.

 Ο Ανδρέας Παπαδάμου είναι ερασιτέχνης αυτοδίδακτος μουσικός και παίζει τρίχορδο μπουζούκι, λαούτο και όλα τα όργανα της οικογένειας του μπουζουκιού. Μυημένος στην τέχνη της οργανοποιίας από τον πατέρα του Ισίδωρο από την ηλικία των 14 ασχολήθηκε με την σχεδίαση καλουπιών σε Η/Υ χρησιμοποιώντας προγράμματα δισδιάστατου και τρισδιάστατου σχεδιασμού. Μετά την εντατική και πολυετή ενασχόλησή του με την τεχνολογία των ηλεκτρονικών υπολογιστών και των εφαρμογών τους στην σχεδίαση, εξομείωση και κατασκευή τμημάτων των μουσικών οργάνων (σκάφος, διακόσμηση, ταστιέρα κλπ) αποφάσισε να ακολουθήσει το επάγγελμα του οργανοποιού.

ΤΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΖΟΥΜΕ

Κατασκευάζουμε όλα τα όργανα που χρησιμοποιούν ντούγιες:
Μπουζούκια, τζουράδες, μπαγλαμάδες. Λαούτα, ούτια, μαντολίνα,αλλά και ακουστικές, ηλεκτροακουστικές και κλασικές κιθάρες.
Τα σχήματα μας καλύπτουν όλες σχεδόν τις κινήσεις που μπορεί να ακολουθήσει μια καμπύλη καθώς κινείται στο χώρο. Σχεδιάζουμε τα καλούπια μας σε υπολογιστή και τα κόβουμε χρησιμοποιώντας ψηφιακή τρισδιάστατη τεχνική εξασφαλίζοντας έτσι απόλυτη συμμετρία και αρμονική σχέση πρόσοψης και ηχείου .
Ανήκουμε σε εκείνη τη σχολή που πιστεύει ότι ο οργανοποιός πρέπει να κατασκευάζει ο ίδιος όλη τη γκάμα που αφορά την τέχνη του αποφεύγοντας να αγοράζει έτοιμα μέρη .
Τέτοιου είδους αγορές υποβαθμίζουν την τέχνη και μειώνουν τον κατασκευαστή γιατί ο χρήστης αυτής της μεθόδου δεν μπορεί να ελέγξει την ηχητική ποιότητα του ξύλου που χρησιμοποιεί. Έτσι η κατασκευή προχωράει τυχαία αδιαφορώντας για το αποτέλεσμα
Για αυτό το λόγο ξεκινούμε από το μηδέν κόβοντας δένδρα ή αγοράζοντας μεγάλα μαδέρια από το ίδιο δένδρο .Έτσι μπορούμε να επαναλάβουμε ένα επιτυχημένο αποτέλεσμα πολλές φορές . Αυτά τα μαδέρια τα επεξεργαζόμαστε οι ίδιοι κόβοντας κλάπες τριών χιλιοστών με τα κατάλληλα μηχανήματα . Από αυτές τις κλάπες κόβουμε ντούγιες με τις οποίες κατασκευάζουμε τα σκάφη μας .

 

ΣΕ ΤΙ ΔΙΑΦΟΡΟΠΟΙΟΥΜΑΣΤΕ

Δεν ακολουθούμε τα συνηθισμένα κριτήρια στην επιλογή των υλικών μας.
·Για να χαρακτηρίσουμε ένα ξύλο ως κατάλληλο για την οργανοποιία δεν αρκούμαστε σε απλούς οπτικούς ελέγχους, όπως συνηθίζεται, αλλά το τεστάρουμε με αυστηρές ακουστικές μεθόδους και σε διάφορες χρονικές στιγμές μέχρι να πειστούμε για την καταλληλότητά του.
·Δεν αντιγράφουμε αλλά σχεδιάζουμε τα καλούπια μας (μήτρες) τα οποία διαφέρουν αισθητά από τα συνηθισμένα του εμπορίου.
·Δεν συνηθίζουμε να βάφουμε τα ξύλα με βρασμό γιατί έχουμε διαπιστώσει πως ο υπερβολικός βρασμός διαβρώνει το ξύλο και μειώνει τις αντοχές του στο χρόνο, φθάνοντας μέχρι και την κονιορτοποίηση.
·Αποφεύγουμε τις ψευδοντούγιες. Αποφεύγουμε δηλαδή να χαράξουμε εκ των υστέρων στα δύο, στα τρία ή στα τέσσερα μέρη τις ντούγιες της κατασκευής που συνήθως είναι 15, έτσι ώστε να μοιάζουν πως είναι 30,45 ή 60. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτή η εξαπάτηση χρησιμοποιείται ως κριτήριο ποιότητας από τους περισσότερους στην κατασκευή ενός οργάνου (κατασκευαστές και οργανοπαίχτες). Στην ουσία συμβαίνει το αντίθετο αφαιρώντας δηλαδή το πολύτιμο ξύλο ηχηρό και αντικαθιστώντας το με φιλέτα αμφιβόλου ποιότητας ουσιαστικά υποβαθμίζεται η ποιότητα του ηχείου. Αν βέβαια μας ζητηθεί να διαιρέσουμε τις ντούγιες έτσι ώστε να δείχνουν περισσότερες, το πραγματοποιούμε ευχαρίστως.
'Ίσως ανήκουμε σ' εκείνους τους λίγους που πιστεύουμε ότι αυτά τα χαρακτηριστικά (βαμμένα σκάφη, ψευδοντούγιες, στενόνερα καπάκια) έχουν συμβάλλει πολύ στην παρακμή των λαϊκών οργάνων ιδιαίτερα του μπουζουκιού . Αναγκαζόμαστε και εμείς κάποιες φορές να τηρήσουμε αυτές τις προδιαγραφές για εμπορικούς λόγους, ξέρουμε όμως πως αλλιώς το αποτέλεσμα θα ήταν διαφορετικό .

 

 ΠΟΙΑ ΞΥΛΑ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΜΕ

Χρησιμοποιούμε κυρίως σφενδάμι (κελεμπέκι), καρυδιά, μουριά, κερασιά, καστανιά, παλίσανδρο και κάποια μαόνια. Για τα λαϊκά όργανα καταλληλότερα ξύλα θεωρούμε: το σφενδάμι, την καρυδιά και τη μουριά. Δε σημαίνει βέβαια ότι όλα τα σφενδάμια ή οι καρυδιές είναι κατάλληλα για οργανοποιία. Εδώ χρειάζεται το έμπειρο και καλοκουρδισμένο αυτί ενός εκτιμητή ήχων.
 Διαθέτουμε μεγάλη γκάμα παλιών ξύλων ξηραμένων με φυσικό τρόπο, κατάλληλων για την κατασκευή μουσικών οργάνων .Αναφέρουμε ενδεικτικά κάποια είδη .Μουριές άσπρες και μαύρες σφενδάμια καρυδιές κερασιές δαμασκηνιές πλατάνια καραγάτσια [φτελιές] δεσποτάκια (εξελληνισμένη τουρκική ονομασία του μέλιου ,Δisputak ) oξιές καστανιές ,ακακίες, μπαντούκ, παλίσανδρους έβενους, ιρόκο φλαμούρια ,έλατα κέδρους και διάφορα μαονοειδή .
Μεγάλη σημασία δίνουμε στο καπάκι [αρμονικό επίπεδο ]για το οποίο χρησιμοποιούμε έλατα διαφόρων προελεύσεων .Για την κατάταξη των ελάτων χρησιμοποιούμε δικές μας τεχνικές βασιζόμενοι αποκλειστικά σε ακουστικά κριτήρια .αδιαφορούμε για την οπτική εμφάνιση μολονότι το σύνολο των κατασκευαστών στηρίζεται σ΄ αυτήν .Πράγμα που έχει προξενήσει μεγάλη ζημιά τουλάχιστον στη λαϊκή οργανοποιία Ολοι οι προμηθευτές ελάτου διαχωρίζουν τις ποιότητες με βάση τη στενότητα το χρώμα και την ευθύτητα των νερών ,μη διαθέτοντας άλλο τρόπο αξιολόγησης . Κάποιες φορές συμβαίνει τα ξύλα με τα στενά νερά να έχουν καλό αποτέλεσμα .Άλλες φορές είναι τελείως αδύναμα και μουντά .Άν μάλιστα λείπει η ενέργεια και από τα ξύλα του σκάφους, τότε όλη η προσπάθεια είναι καταδικασμένη .
Σ' αυτόν τον επιφανειακό τρόπο κατάταξης έχουν παρασυρθεί πολλές φορές και αρκετοί μουσικοί που παραγγέλλουν όργανα απαιτώντας να τηρηθούν αυτά τα χαρακτηριστικά ,γιατί τα θεωρούν πιο επαγγελματικά. Όταν όμως τίθενται προτεραιότητες εμφάνισης σε ένα όργανο, τότε συνήθως αδικείται ο ηχητικός τομέας .

 

ΠΩΣ ΔΙΑΧΩΡΙΖΟΥΜΕ ΤΙΣ ΠΟΙΟΤΗΤΕΣ

Στην ποιότητα Α κατατάσσουμε τα ξύλα που παράγουν ήχο με τα εξής χαρακτηριστικά:
1.Είναι δυνατός
2.Σκάει άμεσα στο αυτί του παίχτη
3.Είναι σαφής και ξεκάθαρος
4.Είναι γεματος, χορταστικός αλλά και ευχάριστος στην αίσθηση
5.Ακολουθεί το χτύπημα της πένας αστραπιαία και δεν αφήνει τη νότα να ξεκουρδίσει
6.Αντέχει το δυνατό χτύπημα και μπορεί να αποδώσει και τα πιο δύσκολα φόρτε.
7.Είναι ισορροπημένος από άποψη συχνοτήτων
8.Δεν μειώνει, αντίθετα προβάλλει την δυναμική του παίχτη όταν πρόκειται να ηχογραφήσει με αυτό
9.Είναι ογκώδης και επιβλητικός
Στην ποιότητα Β κατατάσσουμε τα ξύλα που συγγενεύουν με την Α διαφέρουν όμως στην ανταπόκριση. Εδώ η νότα διαχέεται και γίνεται πιο απλωμένη, κρατάει όμως ένα μέρος της δύναμης, έτσι ώστε να μη περιορίζει την δύναμη του παιξίματος. Αυτός ο ήχος εμφανίζεται πολλές φορές γλυκύτερος της Α όμως υστερεί σε δυναμισμό και σαφήνεια. Ως επί το πλείστον οι νότες συνδέονται πιο ζεστά μεταξύ τους διευκολύνοντας το legato παίξιμο, σαν να μεσολαβεί ένα είδος αύρας ανάμεσά τους.
Η ποιότητα Γ είναι εκείνη στην οποία ο ήχος δεν έχει πρόσωπο. Είναι ασαφής, μπερδεμένος και αδύναμος. Συχνά όμως θεωρείται ικανοποιητικός από ορισμένους μουσικούς. Συνηθίζει να τον προτιμά εκείνος που παίζει μαλακά αποφεύγοντας τις έντονες εξάρσεις στο παίξιμό του. Συμβαίνει δηλαδή αυτό το μπέρδεμα μεταξύ των νοτών που οδηγεί σε ένα κατηφή ήχο, να θεωρείται από ορισμένους προσόν. Αυτή η ανυπαρξία κύριας νότας που δίνει την αίσθηση του βάθους και του απλώματος που είναι το χαρακτηριστικό του ήχου Γ .
Κατά τη γνώμη μας όταν επικρατεί ο ήχος Γστο σκάφος και στο αντηχείο (καπάκι) τότε το όργανο είναι προϊόν απαίδευτης κατασκευής και μαρτυρεί ότι ο οργανοποιός δεν μπορεί να ελέγξει τα ξύλα αλλά κατασκευάζει τυχαία.
Έχοντας μέσα από πολύχρονη έρευνα διαχωρίσει αυτά τα χαρακτηριστικά των ξύλων μπορούμε πια να ισχυριστούμε ότι “μαγειρεύουμε” τα όργανά μας. Όπως προείπαμε δίνουμε προτεραιότητα στον ήχο Α + Α, καπάκι και σκάφος με τα ίδια χαρακτηριστικά. Σύμφωνα με τη δική μας προτίμηση αυτός ο ήχος είναι ο καλύτερος. Όταν μάλιστα καταφέρνει να συνδυάσει δύναμη και γλυκύτητα στη σύνδεση των νοτών, καθώς και ισορροπημένα πρίμα και μπάσα, τότε κατατάσσεται στην κορυφαία κατηγορία. Επειδή όμως κάποιες φορές κρίνεται δυσκολοκυβέρνητος, προχωρούμε και σε άλλους συνδασμούς:
όπως Ακαπάκι +Βσκάφος
ή Β καπάκι + Α σκάφος
·Για παίχτες που δεν έχουν ιδιαίτερες απαιτήσεις έντασης προτείνουμε το συνδυασμό:
Β καπάκι + Β σκάφος
φθηνότερα όργανα με έμφαση στη γλυκύτητα, με λιγότερη όμως δυναμική και αντοχή στο χτύπημα.
·Ο συνδυασμός Γ + Γ δεν είναι της προτίμησής μας παρά το γεγονός ότι συνήθως δίνει πολύ εύκολα τον ήχο δεν έχει όμως δυναμική και τερματίζει εύκολα. Επειδή όμως υπάρχουν διάφορες αισθητικές και σχολές παιξίματος, μπορούμε να τον πετύχουμε, αν ενδιαφέρεστε γι' αυτόν.

 

Η ΔΙΑΚΟΣΜΗΣΗ

Προτιμούμε την ξύλινη διακόσμηση με καπλαμάδες. Χρησιμοποιούμε επίσης και σεντεφόπαστες μια και έχουν καθιερωθεί στα λαϊκά όργανα. Για ακριβότερες απαιτήσεις μπορούμε να εμπλουτίσουμε τη διακόσμηση και με όστρακα (σεντέφια). Συνήθως δουλεύουμε δικά μας σχέδια, αν προτιμάτε κάτι πιο έντονο και πλούσιο σε διακόσμηση ή ιδιαίτερα πολύπλοκο, μπορούμε ευχαρίστως να ικανοποιήσουμε κάθε σας επιθυμία.
Τη διακόσμηση την επιμελούμαστε οι ίδιοι και δεν την αγοράζουμε έτοιμη όπως κάνουν οι περισσότεροι .Έτσι αποφεύγουμε τις τυποποιημένες φιγούρες της πιάτσας που καθιστούν ένα όργανο βιομηχανικό .Γέρνουμε στο απλό όμως μπορούμε να φθάσουμε και στο πολύ περίτεχνο και κατακεντημένο μοτίβο .
Εκτός από τα δικά μας μοτίβα δεχόμαστε να πραγματοποιήσουμε και οποιαδήποτε δικιά σας προτίμηση ,όσο σύνθετη και απαιτητική κ' αν είναι .
Ως υλικά διακόσμησης χρησιμοποιούμε μασίφ ξύλο, καπλαμά ξύλου, πλαστικά που μιμούνται σιντέφι [celluloid ] και διάφορα είδη γνησίων οστράκων [σιντεφιού ] .
Ακόμα και ελεφαντόδοντο ή απλό κόκκαλο .

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Ο Ισίδωρος και ο Ανδρέας Παπαδάμου επεξεργάζονται μόνοι τους όλα τα όργανα και όλα τα στάδια εργασίας περνούν από τα χέρια τους. Αυτό είναι φυσικά εκείνο που δίνει πρόσθετη ποιότητα αλλά και στερεότητα στις κατασκευές. Γι' αυτό το λόγο η παραγωγή μας είναι σχετικά περιορισμένη. Έτσι αν σκοπεύετε να προβείτε σε παραγγελία, πρέπει να αναμείνετε από 2 έως 6 μήνες περίπου.